Μπορεί ένα βαλς του Σοπέν να καθορίσει τη σχέση μάνας–κόρης; Ίσως και να μπορεί…
Το μυθιστόρημα Amor fati (εκδόσεις Ελκυστής) της Νέλλης Σπαθάρη διερευνά την συγκρουσιακή σχέση μάνας και κόρης, της Ζωής – έδωσε ζωή στην κόρη της- και της έφηβης Νάντιας, καθώς και την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης της κόρης προς τη μητέρα. Για να συμβεί αυτό, όμως, θα χρειαστεί η κόρη να βαδίσει σε μια πορεία αναζήτησης του «amor fati». Ένας όρος που στην κυριολεκτική του σημασία σημαίνει να αγαπάς τη μοίρα σου. Ωστόσο, πρόκειται για έναν φιλοσοφικό όρο του φιλόσοφου Νίτσε διόλου μοιρολατρικό. Πάτα σε αυτό που έχεις -αποδέξου τη μοίρα σου μεταφορικά- για να μπορέσεις να προχωρήσεις. Ειδάλλως θα βουλιάζεις στην τοξικότητα των σχέσεων χωρίς να μπορείς να την υπερβείς. Καμία ζωή δεν είναι σπαρμένη με ροδοπέταλα.
Ακόμα κι ένα βαλς του Σοπέν μπορεί να υποδαυλίσει τη συγκρουσιακή σχέση Ζωής και Νάντιας:
Δεν ήταν η μοναδική από τις σιωπηλές ή ηχηρές συγκρούσεις που άρχισε να έχει με τη Ζωή. Όταν η Νάντια ήταν μικρή, η Ζωή καμιά φορά καθόταν στο πιάνο και συνήθιζε να παίζει ένα βαλς του Σοπέν που της άρεσε πολύ. Το Opus 69, No 1. Γιατί το συγκεκριμένο της άρεσε τόσο, περισσότερο από τα πιο γνωστά και εντυπωσιακά του βαλς; Θα το ερμήνευε αργότερα. Ήταν γραμμένο σε λα ύφεση. Ήταν μελαγχολικό. Πήγαινε στην ιδιοσυγκρασία της. Με την καλλιεργημένη από την εποχή που έμεναν στο Παρίσι μοναχικότητά της.
Μια μέρα κάθισε στο πιάνο και το έπαιξε. Δεν συμπεριλαμβανόταν στα βαλς που είχε μελετήσει με την καθηγήτριά της του πιάνου, αλλά είχε καθίσει και το είχε μάθει μόνη της. Όταν ήχησαν οι πρώτες νότες, είδε την Ζωή που ήρθε και στάθηκε πίσω από την κλειστή κρυστάλλινη πόρτα του σαλονιού και την παρακολουθούσε. Το έπαιξε και δεύτερη και τρίτη φορά. Όταν γύρισε το κεφάλι της, η Ζωή είχε εξαφανιστεί.
Μετά από δυο εβδομάδες άλλαζε ο μήνας και έπρεπε να πληρώσει το Ωδείο.
«Τέρμα το Ωδείο. Τώρα πας στην 5η Γυμνασίου και πρέπει να αφοσιωθείς περισσότερο στα μαθήματά σου. Τέρμα τα πέρα-δώθε».
Σαν να της έπεσε κεραμίδα στο κεφάλι. Το να της ζητήσει να περιορίσει οτιδήποτε άλλο, θα μπορούσε να το καταλάβει. Να το δικαιολογήσει. Στη μουσική είχαν παράδοση στο σπίτι. Αποτελούσε μέρος της κουλτούρας τους. Αυτό που τους κατέτασσε, όπως της έλεγε η Ζωή “στην αριστοκρατία του πνεύματος”!
Η Νάντια δεν ήταν ο τύπος που παρακαλούσε και έκλαιγε. Δάγκωσε τα χείλη, πλησίασε τη μητέρα της πολύ κοντά, σε απόσταση αναπνοής, και με βαθιά και σιγανή φωνή, κοιτώντας την στα μάτια, της σφύριξε αργά-αργά ένα “εγώ θα συνεχίσω”.
«Θα το δούμε. Το Ωδείο, τέρμα, είπα. Έχεις μαθήματα».
Το μυαλό της δεν πήγε αμέσως στο βαλς του Σοπέν που της έκλεψε. Μάλλον είχε ενδόμυχα καμαρώσει που είχε σταθεί στην πόρτα και την είχε παρακολουθήσει να το παίζει.
Ήρθε το τέλος του μήνα και χρήματα δεν της έδωσε. Πήγε στον Άρη και του παραπονέθηκε.
«Για να το λέει η μάνα σου θα έχει το λόγο της», της απάντησε και ένιψε τας χείρας του, ως συνήθως.
Δεν καταδέχτηκε να ξαναζητήσει χρήματα από τη Ζωή.
Κάπου είχε ακούσει πως μπορούσες να πουλήσεις το αίμα σου. Δεν είχε παρά να μάθει πού. Και πήγε και το’ κανε. Πλήρωσε τα δυο επόμενα μηνιάτικα μ’ αυτό. Και συνέχισε να πηγαίνει επιδεικτικά στο Ωδείο, να μελετάει μανιωδώς πιάνο και να παίζει προκλητικά κάθε τόσο το βαλς.
«Πού βρήκες τα χρήματα;» Την στρίμωξε ένα απόγευμα η Ζωή. «Ποιος σου τα δίνει; Πληρώνεσαι για κάτι που δεν ξέρω;» Φώναξε, αφήνοντας μετέωρο ένα φριχτό υπονοούμενο. Σίγουρα πάντως δεν φανταζόταν ότι η κόρη της πληρώθηκε για το αίμα της. Γιατί η Νάντια το Ωδείο το πλήρωσε με το αίμα της! Δεν θα της έκανε τη χάρη να το μάθει ποτέ. Θα την άφηνε να τρώγεται με την απορία, παρά την προσβλητική μπηχτή της.
Τα χρήματα της τελείωσαν, νέο αίμα δεν επιτρεπόταν να δώσει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και, παρά τα τηλεφωνήματα της καθηγήτριάς της στη μητέρα της, το πιάνο το σταμάτησε. Δεν θα ήταν, εξάλλου, το μόνο που θα της το φύλαγε για την υπόλοιπη ζωή της.
Βιογραφικό
Το παρόν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία & απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς προηγούμενη έγκριση.

Αφήστε ένα σχόλιο