Σκαρφίζομαι διεξόδους.
Κατεβαίνω την Κηφισίας και σπέρνω σημάδια.
Μόνο οι μυημένοι τα αναγνωρίζουν.
Ανοίγω λαγούμια κάτω από τα γυάλινα κτήρια,
γεμάτα ανθρώπους με αμνησία,
μελλοντικά ψυχιατρεία, αναλώσιμα.
Πρέπει να καταναλωθούν οι ένοικοι
για να έρθουν οι άλλοι.
Τα μαιευτήρια είναι κοντά, από την παραγωγή
στην κατανάλωση.
Κοιτάζω τα απρόσιτα σχολεία στον λόφο,
επιβεβαίωση ότι κανείς από την ανάλωση
δεν θα ξεφύγει.
Σκαρφίζομαι διεξόδους.
Σκάβω λαγούμια και αποθηκεύω νερό, πόσιμο,
γάργαρο και βιταμίνες.
Πολλές βιταμίνες για να αντέξουμε,
όταν έρθει η ώρα να κρυφτούμε.
Βάζω σημάδια στα λαγούμια,
εκεί που κανείς δεν τα φαντάζεται,
μόνο οι μυημένοι.
Φωτοτυπώ τα μυστικά περάσματα,
τα κρύβω μέσα στις τσέπες του φιλάσθενου
μυαλού μου,
Μεταμφιέζομαι σε παιδί-μετανάστη.
Σου καθαρίζω τα τζάμια του αυτοκινήτου
-“χίλια ευχαριστώ, χίλια ευχαριστώ”-
γελάω σαρδόνια, ξετυλίγοντας
το ματωμένο μου χέρι.
Λίγο πριν το έκοψα για να σε συγκινήσω.
Δε γυρίζεις καν να με κοιτάξεις.
Μου πετάς τον οβολό.
Μόνο όταν καθαρίσω το τζάμι με το αίμα μου,
αναρωτιέσαι
“Έβρεξε πάλι κόκκινη άμμο από την Αφρική;”.
Χαμπάρι.
Δεν παίρνεις χαμπάρι.
Παίρνω τα πάνω μου.
Δεν πρόκειται να βρεις το λαγούμι που βγάζει
στη θάλασσα.
Η τυφλότητά σου όλο και μεγαλώνει
και το δικό μου λαγούμι όλο και μεγαλώνει.
Ήδη ακούω το γέλιο των κυμάτων.
Από την ποιητική συλλογή Παρανυχίδα, Εκδόσεις Μετρονόμος , σελ. 38-39
Το παρόν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία & απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς προηγούμενη έγκριση.

Αφήστε ένα σχόλιο