Ζωή και έργο
Η Σίρλεϊ Χάρντι Τζάκσον, γεννημένη το 1916 στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια, είναι διάσημη για τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά της που μαγεύουν και ταυτόχρονα ξαφνιάζουν τους αναγνώστες και κατέχει σημαντική θέση στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία. Τα έργα της επαινούνται για το πνεύμα και τη σαφήνειά τους, αν και ορισμένοι κριτικοί υποστηρίζουν ότι τους λείπει το θεματικό βάθος που χαρακτηρίζει την ποιοτική λογοτεχνία.
Η Τζάκσον μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον οικονομικής ευμάρειας. Ο πατέρα της, Λέσλι Χ. Τζάκσον, ήταν ιδιοκτήτης εταιρείας λιθογραφίας και ετικετών, και τη μητέρα της, Τζεραλντίν Μπιζέ, προερχόταν από μορφωμένους γονείς με εξέχουσα κοινωνική θέση. Είχε έναν μικρότερο αδελφό, τον Κ. Μπάρι. Από νεαρή ηλικία είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το υπερφυσικό, κάτι που φαίνεται στα πρώιμα ημερολόγιά της.
Η ακαδημαϊκή της πορεία ξεκίνησε στο Πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ στη Νέα Υόρκη, αλλά μετά από δύο χρόνια αποβλήθηκε. Το αντιμετώπισε ως ευκαιρία και αφιερώθηκε στη συγγραφή καθημερινά για έναν χρόνο. Στη συνέχεια φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Συρακούσες, όπου γνώρισε τον μελλοντικό της σύζυγο και κριτικό λογοτεχνίας, Στάνλεϊ Έντγκαρ Χάιμαν. Μαζί επιμελήθηκαν το φοιτητικό περιοδικό Spectre.
Η λογοτεχνική καριέρα της Τζάκσον απογειώθηκε το 1941 με το διήγημα My Life with R. H. Macy, μια χιουμοριστική αναδρομή στην εμπειρία της από τη δουλειά στα πολυκαταστήματα Macy’s της Νέας Υόρκης. Το ταλέντο της αναδείχθηκε ακόμη περισσότερο με το After You, My Dear Alphonse που δημοσιεύτηκε στο The New Yorker το 1943 και καταπιανόταν με το θέμα του φυλετικού ρατσισμού – ένα ζήτημα για το οποίο η Τζάκσον είχε εκφραστεί έντονα κατά τη διάρκεια των φοιτητικών της χρόνων. Μετά τον διορισμό του Χάιμαν ως καθηγητή αγγλικών στο Κολέγιο Μπένινγκτον το 1945, το ζευγάρι μετακόμισε στο Νορθ Μπένινγκτον του Βερμόντ, όπου δημιούργησαν οικογένεια.
Το 1948 υπήρξε καθοριστικό έτος για την Τζάκσον, καθώς κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα The Road Through the Wall και το πιο διάσημο διήγημά της The Lottery. Το μυθιστόρημα αυτό, εμπνευσμένο από τη γειτονιά των παιδικών της χρόνων στην Καλιφόρνια, εξερευνά τις σκοτεινές πλευρές της ζωής σε μικρές κοινότητες και την καθημερινή σκληρότητα στις ανθρώπινες σχέσεις.
Το The Lottery, δημοσιευμένο στο The New Yorker, σόκαρε το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό με την απεικόνιση ενός παραδοσιακού εθίμου της κοινότητας που καταλήγει σε μια φρικτή τελετουργία. Η δημοσίευση του έργου προκάλεσε έναν καταιγισμό οργισμένων επιστολών καθώς η Τζάκσον με το συγκεκριμένο διήγημα ήθελε να θίξει θέματα όπως την τρωτότητα του ανθρώπου, την αμφισβήτηση στην παράδοση, τη βία, σχέση μεταξύ βίας και πολιτισμού, άκριτη υποταγή, αδιαφορία στη βία.
Η Τζάκσον συνέχισε να γράφει διηγήματα για δημοφιλή περιοδικά, αξιοποιώντας συχνά την ειρωνεία της κατάστασης και ένα μείγμα ρεαλισμού με το υπερφυσικό για να δημιουργήσει αγωνία και μυστήριο. Παράλληλα, έγραψε και χιουμοριστικά κείμενα βασισμένα στη ζωή της ως μητέρα τεσσάρων παιδιών, όπως The Night We All Had the Grippe και Charles. Αυτά τα διηγήματα συγκεντρώθηκαν αργότερα στις αυτοβιογραφικές συλλογές Life Among the Savages και Raising Demons.
Πλοκή The Lottery
Γύρω στις δέκα το πρωί, στις 27 Ιουνίου, όλοι οι κάτοικοι μιας μικρής πόλης συγκεντρώνονται στην κεντρική πλατεία για την ετήσια λοταρία. Τα παιδιά φτάνουν πρώτα και αρχίζουν να παίζουν παιχνίδια και να μαζεύουν πέτρες. Ο Μπόμπι Μάρτιν, ο Ντίκι Ντελακρουά και ο Χάρι Τζόουνς σχηματίζουν ένα σωρό από πέτρες σε μια γωνία της πλατείας. Οι ενήλικες καταφτάνουν λίγο αργότερα. Οι μητέρες φωνάζουν τα παιδιά τους να έρθουν να σταθούν με τις οικογένειές τους. Ο Μπόμπι Μάρτιν, που ήταν το πρώτο παιδί που άρχισε να μαζεύει πέτρες, πηγαίνει εκνευρισμένος προς την οικογένειά του.
Ο Τζο Σάμερς, ένας άντρας χωρίς παιδιά και με μια γκρινιάρα σύζυγο, διευθύνει τη λοταρία κάθε χρόνο γιατί έχει «τον χρόνο και την ενέργεια να αφιερωθεί σε πολιτικές δραστηριότητες». Φτάνει κρατώντας ένα μαύρο, ξύλινο κουτί. Ο κύριος Γκρέιβς, ο ταχυδρόμος, έρχεται μαζί του, κουβαλώντας ένα σκαμνί. Ο κύριος Σάμερς τοποθετεί το κουτί πάνω στο σκαμνί και οι κάτοικοι κρατούν απόσταση από αυτό. Το κουτί έχει φθαρεί με τα χρόνια και ο κύριος Σάμερς προτείνει συνεχώς να φτιάξουν καινούριο. Η πρότασή του αγνοείται συνεχώς, καθώς οι κάτοικοι είναι επιφυλακτικοί και φοβούνται να σπάσουν την παράδοση. Ωστόσο, κατάφερε να τους πείσει να αντικαταστήσουν τα ξύλινα κομμάτια με χαρτάκια, λόγω της αύξησης του πληθυσμού.
Πριν ξεκινήσει η λοταρία, ο κύριος Σάμερς και ο κύριος Γκρέιβς πρέπει να φτιάξουν λίστες με τα ονόματα των επικεφαλής των οικογενειών της πόλης. Καταγράφουν επίσης τα μέλη κάθε οικογένειας. Ο κύριος Γκρέιβς ορκίζει τον κύριο Σάμερς ως επίσημο υπεύθυνο της λοταρίας. Μερικοί από τους κατοίκους θυμούνται ότι υπήρχαν κι άλλα τελετουργικά παλαιότερα, αλλά δεν συμφωνούν για τις λεπτομέρειες, καθώς τα περισσότερα έχουν αλλάξει ή εγκαταλειφθεί με τον καιρό. Τη στιγμή που ο κύριος Σάμερς και ο κύριος Γκρέιβς είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν τη λοταρία, η Τέσι Χάτσινσον καταφθάνει αργοπορημένη. Δικαιολογείται πως ξέχασε τι μέρα είναι, αλλά ήρθε αμέσως μόλις το θυμήθηκε. Αφού την καθησυχάζουν ότι η λοταρία δεν έχει ξεκινήσει ακόμη, η Τέσι πηγαίνει στην οικογένειά της.
Αφού η Τέσι τακτοποιείται, ο κύριος Σάμερς ρωτάει το πλήθος αν είναι όλοι παρόντες. Ο κύριος Ντάνμπαρ, που έχει σπάσει το πόδι του, είναι απών. Η σύζυγός του συμφωνεί να τραβήξει για λογαριασμό του, αφού δεν έχουν γιους σε κατάλληλη ηλικία. Ο κύριος Σάμερς ρωτάει αν το αγόρι της οικογένειας Γουάτσον θα τραβήξει, και το αγόρι απαντά ντροπαλά ότι θα το κάνει. Ο κύριος Σάμερς ελέγχει επίσης ότι ο Γέρο-Γουόρνερ, ο πιο ηλικιωμένος κάτοικος της πόλης, είναι παρών. Αφού διαπιστώνει ότι όλοι είναι εκεί, ο κύριος Σάμερς ανακοινώνει την έναρξη της λοταρίας.
Ο κύριος Σάμερς εξηγεί τους κανόνες της λοταρίας: ο επικεφαλής κάθε οικογένειας τραβάει ένα χαρτάκι από το ξύλινο κουτί και κανείς δεν πρέπει να κοιτάξει το χαρτάκι του μέχρι να έχουν τραβήξει όλοι. Οι περισσότεροι κάτοικοι δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία στους κανόνες, αφού το έχουν ξανακάνει πολλές φορές. Ο κύριος Σάμερς καλεί έναν-έναν τους επικεφαλής να ανέβουν και να τραβήξουν. Καθώς γίνεται αυτό, ο κύριος Άνταμς σχολιάζει στον Γέρο-Γουόρνερ ότι κάποιες κοινότητες έχουν σταματήσει τη λοταρία. Ο Γουόρνερ χλευάζει αυτή την ιδέα. Αναφέρει μια παλιά παροιμία που υποδηλώνει πως η λοταρία είναι ιερή τελετουργία για την καρποφορία. Ο Γουόρνερ ρίχνει το φταίξιμο στους νέους για την παρακμή της παράδοσης. Καθώς ανεβαίνει στη σκηνή, αναφέρει πως αυτή είναι η 77η λοταρία που συμμετέχει.
Αφού τραβήξει και ο τελευταίος οικογενειάρχης, ο κύριος Σάμερς ζητά να ανοίξουν όλοι τα χαρτάκια τους. Οι κάτοικοι αρχίζουν να εικάζουν ποιος έχει το σημαδεμένο χαρτάκι, αναρωτιούνται αν είναι οι Ντάνμπαρ ή οι Γουάτσον. Γρήγορα διαδίδεται ότι είναι η οικογένεια Χάτσινσον. Η Τέσι επιμένει ότι το αποτέλεσμα δεν είναι δίκαιο, λέγοντας πως ο κύριος Σάμερς δεν έδωσε στον σύζυγό της αρκετό χρόνο να τραβήξει το χαρτί που ήθελε. Όλοι την μαλώνουν για τη διαμαρτυρία της, λέγοντάς της να είναι «καλό παράδειγμα».
Ο κύριος Γκρέιβς τότε επιστρέφει πέντε χαρτάκια στο κουτί, μαζί με αυτό που έχει τη μαύρη κουκκίδα που είχε τραβήξει ο Μπιλ Χάτσινσον στον πρώτο γύρο. Η Τέσι διαμαρτύρεται ξανά, αλλά την αγνοούν. Κάθε μέλος της οικογένειας Χάτσινσον—ο Μπιλ, η Τέσι και τα παιδιά τους, ο Μπιλ Τζούνιορ, η Νάνσι και ο μικρός Ντέιβ—τραβάει από ένα χαρτάκι. Το πλήθος ανακουφίζεται όταν το χαρτί του μικρού Ντέιβ είναι λευκό, και ο Μπιλ Τζούνιορ και η Νάνσι σηκώνουν θριαμβευτικά και τα δικά τους λευκά χαρτιά. Τότε αποκαλύπτεται ότι η Τέσι έχει τραβήξει το σημαδεμένο χαρτί.
Ο κύριος Σάμερς λέει στο πλήθος να «τελειώσουν γρήγορα». Οι κάτοικοι τότε αρχίζουν να αρπάζουν πέτρες από τον σωρό που είχαν φτιάξει νωρίτερα τα παιδιά. Παρόλο που έχουν ξεχάσει πολλά από τα παλιά τελετουργικά, «θυμούνται ακόμα να χρησιμοποιούν πέτρες». Καθώς πλησιάζουν την Τέσι με τις πέτρες, εκείνη ουρλιάζει: «Δεν είναι δίκαιο, δεν είναι σωστό».
Το παρόν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία & απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς προηγούμενη έγκριση.

Αφήστε ένα σχόλιο