Το επίθετό της άλλαξε ένα πρωί Τρίτης, σε μια αίθουσα δικαστηρίου με φθορίζον φως και ξεθωριασμένες σημαίες. Η γραμματέας πρόφερε το καινούργιο – το παλιό, δηλαδή, με μια ουδετερότητα που έμοιαζε σχεδόν τρυφερή. Η Θάλεια άκουσε τον εαυτό της να απαντά «παρούσα» και για μια στιγμή αναρωτήθηκε σε ποια ακριβώς ζωή δήλωνε παρουσία.
Στα σαράντα της, με μια κόρη στην εφηβεία και μια ντουζίνα αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, στοιβαγμένες σε ντοσιέ, ένιωθε πως είχε επιστρέψει σε ένα σπίτι που δεν θυμόταν πια πως να κατοικεί. Το πατρικό της επίθετο, που κάποτε το κουβαλούσε σαν βαλίτσα γεμάτη ενοχές, της ξαναδόθηκε σαν απόδειξη παραλαβής της παλιάς της ζωής.
Γνώρισε τον Γιώργο στο λύκειο, σε μια αυλή που μύριζε γιασεμί και κιμωλία. Τότε το όνομά του της φαινόταν υπόσχεση, μια λέξη με φωνήεντα ανοιχτά, έτοιμα να τη χωρέσουν. Παντρεύτηκαν στα δεκαεννιά. Η κοιλιά της πρόλαβε να φουσκώσει πριν προλάβει να ωριμάσει.
Οι γονείς του, με τα βαριά ασημικά και τις πιο βαριές σιωπές, είδαν στην εγκυμοσύνη μια απόπειρα εισβολής. Όταν το παιδί χάθηκε, χάθηκε και το τεκμήριο της αθωότητάς της. «Το έκανε για να τον τυλίξει», ψιθύριζαν πίσω από πόρτες που δεν έκλειναν ποτέ αρκετά.
Σε ένα οικογενειακό τραπέζι, όταν η κουβέντα πήγε στις κλοπές της γειτονιάς, η πεθερά της γύρισε και της είπε με ένα χαμόγελο που δεν έφτανε στα μάτια: «Ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Έτσι δεν είναι, Θάλεια μου; Ξέρεις εσύ…»
Ο Γιώργος της κρατούσε το χέρι. Ή έτσι νόμιζε. Στεκόταν δίπλα της και της έλεγε χαμηλόφωνα: «μην προκαλείς», «μην απαντάς», «δεν χρειάζεται να τα κάνουμε όλα θέμα».
Στην αρχή το έκανε από αγάπη, από πίστη. Ύστερα άρχισε να αλλάζει. Όχι φωναχτά· υπόγεια. Με μικρές σιωπές, παύσεις και μετά απουσίες. Πολλές απουσίες. Το βλέμμα του στράφηκε αλλού, σε μια κληρονομιά
που δεν ήθελε να διακινδυνεύσει, σε μια αποδοχή που ζητούσε ακόμη σαν παιδί. Οι λέξεις του, πήραν τη χροιά των γονιών του. Σαν υγρασία που ανεβαίνει από τα θεμέλια.
Δέκα χρόνια μετά, όταν η Θάλεια ξαναέμεινε έγκυος, δεν τόλμησε να χαρεί. Κρατούσε την αναπνοή της στους υπερήχους, σαν να μπορούσε έτσι να ξεγελάσει τη μοίρα. Η Άννα γεννήθηκε ένα απόγευμα με καταιγίδα. Έκλαψε δυνατά, απαιτητικά, σαν να διεκδικούσε χώρο από την πρώτη της ανάσα. Η Θάλεια την κράτησε στο στήθος της και για πρώτη φορά δεν ένιωσε επίθετη. Ένιωσε ρίζα.
Όμως τα σπίτια δεν αλλάζουν χαρακτήρα με μια γέννηση. Οι εντάσεις έγιναν πολλές, οι κουβέντες κατηγορίες. Οι κατηγορίες, δικόγραφα. Στο μεταξύ, η Άννα μεγάλωνε με βλέμμα που έμοιαζε να ρωτά: «Ποιανού το επίθετο θα πονέσει λιγότερο;»
Η Θάλεια είχε μάθει από μικρή να σωπαίνει. Στο πατρικό της, ο πατέρας ήταν νόμος και η μητέρα υποσημείωση. Τα πιάτα έσπαγαν, μα οι ιστορίες έμεναν άθικτες, κρυμμένες κάτω από χαλιά που φούσκωναν επικίνδυνα. Εκεί έμαθε πως η αγάπη μπορεί να είναι ένας τρόπος να αντέχεις. Πως το να είσαι κόρη σημαίνει να μην ενοχλείς.
Στον γάμο της έμαθε πως το να είσαι σύζυγος μπορεί να σημαίνει να απολογείσαι. Για το σώμα σου, για τις απώλειές σου, για τις επιθυμίες σου. Να είσαι πάντα λίγο «επί-θετη», τοποθετημένη πάνω σε μια οικογένεια που δεν σε θέλει πραγματικά μέσα της. Ένα έπιπλο που αλλάζει θέση ανάλογα με τις ανάγκες του χώρου.
Τα χρόνια περνούσαν και η Θάλεια προσπαθούσε να γίνει «κάτι», «κάποια» άξια να αγαπηθεί ως σύζυγος, ως κόρη, ως νύφη. Πάντα ως…
Το διαζύγιο δεν ήταν έκρηξη· ήταν διάβρωση. Μέρα τη μέρα, η σιωπή έτρωγε τα σωθικά του σπιτιού, ώσπου έμειναν μόνο οι τοίχοι. Και τότε, σχεδόν ήσυχα, η Θάλεια έφυγε. Με μια βαλίτσα ρούχα, την Άννα και ένα επίθετο που δεν ήξερε αν της ανήκει. Τώρα, κάθε φορά που υπογράφει, σταματά για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Όχι από αμηχανία. Από επίγνωση. Το επίθετο δεν είναι πια σφραγίδα ιδιοκτησίας· είναι
επιλογή μνήμης. Κουβαλά τον βίαιο πατέρα, την άβουλη μητέρα, τα ασημικά των πεθερικών, τις αίθουσες δικαστηρίων. Μα κουβαλά και την Άννα, που γράφει το όνομά της καλλιγραφικά και αποφασιστικά στα τετράδια της
Ίσως να μην ήταν ποτέ επίθετη. Ίσως να ήταν πάντοτε τοποθετημένη «επί», πάνω σε ξένες επιφάνειες, σε τραπέζια οικογενειακά όπου δεν χωρούσε, σε αποφάσεις που άλλοι υπέγραφαν. Επί του πατέρα. Επί του συζύγου. Επί των προσδοκιών. Σαν λέξη που μπαίνει μετά, για να συμπληρώσει κάτι ήδη αποφασισμένο. Τώρα μαθαίνει να στέκεται χωρίς προσθήκη. Όχι επί-θετη. Όχι επίθετο.
Ένα βράδυ η Άννα τής ζητά να τη βοηθήσει σε μια άσκηση γραμματικής. «Βρες», λέει το βιβλίο, «το επίθετο που συνοδεύει το ουσιαστικό». Η Θάλεια κοιτάζει τη λέξη γυναίκα και μένει για λίγο ακίνητη. Θα μπορούσε να γράψει: μόνη, διαζευγμένη, ανθεκτική. Δεν γράφει τίποτα. «Δεν χρειάζεται πάντα επίθετο», λέει τελικά. «Μερικές λέξεις στέκονται μόνες τους.»
Και όταν υπογράφει το όνομά της, το επίθετο δεν είναι βάρος ούτε προσθήκη. Είναι απλώς ήχος. Κι εκείνη δεν είναι πια κάτι τοποθετημένο επάνω σε άλλους. Είναι σώμα που στέκεται μόνο του, χωρίς να ζητά να συμπληρωθεί.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Άννα Ντίζου γεννήθηκε στον Πειραιά και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε μουσική και ψυχολογία και εργάστηκε για τριάντα πέντε χρόνια ως καθηγήτρια στην Μέση Εκπαίδευση. Ασχολείται με τη ζωγραφική και έχει πραγματοποιήσει ομαδικές και ατομικές εκθέσεις. Το 2021 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Αμφιπαράλιος – λόγια του καμβά (εκδ. Παράγραφος), όπου ποίηση και ζωγραφική συνδιαλέγονται μέσα από δικά της έργα.
Το παρόν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία & απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς προηγούμενη έγκριση.

Αφήστε ένα σχόλιο