Ο φαρδύς λασπωμένος χωματόδρομος και οι πλίθινες καλαμωτές καλύβες μαρτυρούσαν ότι είναι το γραφικό χωριό, Ντογκόν. Χρώματα παντού από τα πολύχρωμα υφάσματα των ρούχων των κατοίκων και στο βάθος γυναικείες φωνές που τραγουδούσαν, έδιναν έναν ευτυχή ρυθμό στην καυτή και γεμάτη άμμο ατμόσφαιρα.
Η Ζούρι, από πολυμελή οικογένεια, μόλις είχε μπει στην εφηβεία. Είχε πάρει το δρόμο προς το σπίτι. Το βλέμμα της χαμηλωμένο, κοιτούσε τα πόδια της και τα σπασμένα βρώμικα νύχια της, σουφρώνοντας αποδοκιμαστικά τα χείλη. Ο μαύρος κόκορας που την ακολουθούσε, ταίριαζε με το βηματισμό της και την άφησε φθάνοντας στο πηγάδι. Ξεπουπουλιασμένος, αλλά με τα καμώματά του την έκανε να χαμογελάει αμυδρά. Την περίμενε κάθε βράδυ γυρνώντας από τη συγκομιδή, σαν να ήθελε κι αυτός να διασκεδάζει λίγα λεπτά μαζί της.
Τράβηξε με ορμή τη μισοσκισμένη καφέ κουρτίνα, πέταξε ότι της βάραινε την πλάτη δηλαδή έναν μικρό μπόγο που έβαζε το ξερό ψωμί της και ένα πανί που της είχε δώσει η μαμά της να σκουπίζει τον ιδρώτα της και ξάπλωσε κατάκοπη στο στρώμα από καλαμιές.
Η μάνα της, την ρώτησε αν θέλει να φάει τον ωχρό χυλό από καλαμπόκι που μόλις είχε ζεστάνει στη φωτιά όμως αρνήθηκε γυρνώντας πλευρό για να ξεμουδιάσει. Με τα μαύρα στενά μάτια της και το βλέμμα καρφωμένο στο κενό ήταν δύσκολο να αντιληφθεί κανείς αν απολάμβανε τις λίγες ώρες ανάπαυλας και ελευθερίας έπειτα από δεκάξι ώρες εργασίας στον καυτό ήλιο ή αν απορρίπτει τη ζωή της και βυθίζεται σε ένα βουβό κόσμο. Είχε ακούσει πριν λίγες μέρες τον δάσκαλο Ομπάσι σε ένα κήρυγμα κάτω από το δέντρο, ότι στην Ευρώπη απαγορεύεται τα παιδιά να δουλεύουν μέχρι τα δεκαοχτώ χρόνια αλλά εδώ στην Αφρική οι αρχές μας είναι πιο φιλότιμες. Πρέπει τα παιδιά να εργάζονται και να συνεισφέρουν στην οικογένεια και την κοινότητα. Τα κορίτσια δε, αν δεν πάνε στις φυτείες, θα πρέπει να γίνονται υπηρέτριες και μετά να φροντίζουν τον άντρα τους και να του μαγειρεύουν ζεστό φαγητό. Αυτή είναι η παράδοση και πρέπει να τη σεβόμαστε. Με οδηγό τη σοφία των προγόνων μας, η χώρα μας θα εξελιχθεί και θα είμαστε ευτυχείς. Όλο οι χωριάτες κοιτούσαν αποσβολωμένοι, μετά επιδοκιμαστικά, και καθώς η όψη τους ήταν αξιοθρήνητη και μόνο ένδεια μαρτυρούσε, ρίξανε το πιο δυνατό τους χειροκρότημα.
Η Ζούρι προσπαθούσε να δει αν κάποιος δεν καταχειροκροτάει με αυτά που λέει ο δάσκαλος όμως όλοι συμμετείχαν στην επιβράβευση. Απελπισμένη απευθύνθηκε στη μητέρα της κοιτώντας την κατάματα και της είπε ότι αισθάνεται ελεύθερη και ότι οι ιδέες του Ομπάσι είναι εγκόσμιες και τη φυλακίζουν. Είναι βλαβερές για την ελευθερία. Απομακρύνθηκε από το πλήθος και πήγε για βηματισμό με τον μαύρο κόκκορα.
Διήγημα από την συγγραφέα Lena Hart
Γεννήθηκε στο Εδιμβούργο και σπούδασε Λογοτεχνία και Δημιουργική Γραφή στο Λονδίνο. Ζει μεταξύ Βερολίνου και Πράγας, εμπνέεται από την αστική μελαγχολία και τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες. Τα έργα της εξερευνούν τις σιωπές στις σχέσεις και τη σύγχρονη γυναικεία ταυτότητα.
Το παρόν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία & απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς προηγούμενη έγκριση.

Αφήστε ένα σχόλιο