Χθες, 4 Μαίου, σε μια κατάμεστη αίθουσα στη δημοτική βιβλιοθήκη Αλέκου Κοντόπουλου στην Αγία Παρασκευή, πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του βιβλίου Ακέφαλη Βασίλισσα της συγγραφέως Ήρας Παπαποστόλου. Μια αίθουσα γεμάτη από φίλους και συγγραφείς και παρουσία των αιρετών της πόλης μας, η συγκίνηση περίσσεψε.
Οι ομιλήτριες, Διώνη Δημητριάδου ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας, και η Κατερίνα Δουρίδα, επιμελήτρια κειμένων, μας ξενάγησαν στον υπέροχο εσωτερικό κόσμος της Ήρας και ήταν μαζί μας σε αυτό το ταξίδι της Ακέφαλης Βασίλισσας.
Παρακάτω αποσπάσματα από την ομιλία τους:
Διώνη Δημητριάδου
Γνωρίζοντας τη γραφή της Ήρας από τα προηγούμενα βιβλία και διαβάζοντας το πρόσφατο βιβλίο της, κατάλαβα ότι είναι η Ήρα εδώ μέσα όσο κανένα άλλο βιβλίο. Δεν τολμώ να πω ότι είναι αυτοβιογραφικό και αυτό γιατί σέβομαι το συγγραφέα όταν βάζει ώς υπότιτλο «Διηγήματα» όπως στην παρούσα περίπτωση ή επινοημένη μυθοπλασία. Εδώ βέβαια να πούμε μια αλήθεια. Ό,τι κι αν γράφουμε το μεγαλύτερο παραμύθι, το μεγαλύτερο μυθιστόρημα όσο και να θέλουμε να απομακρυνθούμε εμείς από την πραγματικότητα τόσο μέσα σε αυτή βρισκόμαστε. Άλλοτε φαίνεται και άλλοτε δεν φαίνεται η παρουσία μας. Παρολ΄αυτά υπάρχει εδώ μέσα ένα εγώ, πρώτη γραφή.
Αν πούμε ότι υπάρχει ένα αφηγηματικό υποκείμενο εδώ μέσα, δεν είναι η συγγραφέας η ίδια. Τι είναι αυτό που την κάνει, λοιπόν, να βάζει τόσο πολύ τον εαυτό της, σε σημείο που να λέμε ότι εκτίθεται; Δεν είναι αρνητικό το ρήμα που χρησιμοποιώ. Όσοι γράφουμε είμαστε εκτεθειμένοι. Και ξέρετε πού είμαστε εκτεθειμένοι; Όχι στον αναγνώστη ή στον ειδικό κριτικό που θα πει κάποια γνώμη για το βιβλίο μας. Είμαστε στην ουσία εκτεθειμένοι απέναντι στον εαυτό μας.
Γιατί όταν γράφουμε κάτι πολύ προσωπικό, το βάζουμε στο χαρτί. Δεν ξέρω ειλικρινά αν μπορούμε μετά να το διαβάσουμε εμείς οι ίδιοι, γιατί από τη στιγμή που φεύγει από εμάς, δεν μας ανήκει πια. Δηλαδή, αν το διαβάσουμε, είμαστε αναγνώστες του. Βλέπουμε τον εαυτό μας εκεί μέσα. Δεν ξέρω, Ήρα, αν εσύ αντέχεις να το διαβάζεις. Εγώ αυτό το βιβλίο, αν το είχα γράψει, δεν θα άντεχα να το διαβάσω.
Ακόμα και αν γράφεις διηγήματα, καμιά φορά η αλήθεια έχει ανάγκη τη μυθοπλασία για να ειπωθεί και να γραφτεί. Είναι ένας συνδυασμός.
Σκεφτόμουν, λοιπόν, τι είναι αυτό που κάνει κάποιον να εκτίθεται μέσα σε ένα βιβλίο. Το ότι η γραφή είναι θεραπευτική, το ξέρουμε. Προσέξτε όμως κάτι: είναι θεραπευτική όσο διαρκεί το γράψιμό της. Είναι αυτό το «για λίγο» που έλεγε ο Καβάφης· «κάμνουνε για λίγο να μην νιώθεται η πληγή». Από τη στιγμή που τελειώνει η γραφή, επανέρχεται το τραύμα. Αλλά, ξέρετε, και αυτό το «για λίγο» καμιά φορά είναι αρκετό.
Ας πούμε λοιπόν ότι ένας λόγος είναι αυτός: έχω ένα άγχος, θέλω κάτι να πω και το βγάζω, ακόμα και αν δεν αντέχω μετά να το δω γραμμένο. Αλλά την ώρα που το γράφω, μου κάνει καλό.
Επειδή όμως κάθε τι που γράφουμε φεύγει από τα χέρια μας πια και ανήκει στους άλλους, σκεφτόμουν έναν δεύτερο λόγο: μήπως αυτή η ευθύβολη, άμεση γραφή —όπως αυτή της Ήρας— μπορεί καλύτερα να φτάσει στον αναγνώστη; Για να κάνει τι; Η γραφή και η γλώσσα από τη φύση της είναι διαλογική. Θυμήθηκα τώρα τον όρο που δίνει ο Μπαχτίν: η γλώσσα είναι διαλογική. Τι σημαίνει αυτό; Ότι φτιάχτηκε ακριβώς για επικοινωνία.
Είτε μιλάμε προφορικά, είτε με τη γλώσσα μιας τέχνης, είτε με κάτι γραπτό, πρόκειται αυτό να διαβαστεί. Και έρχεται τώρα ο παρείσακτος —γιατί παρείσακτος είναι ο αναγνώστης στο δικό μας τραύμα και στη δική μας γραφή— μπαίνει μέσα. Και τι μπορεί να συμβεί εκεί; Μπορεί να βρει κάτι από τον εαυτό του. Μπορεί καμιά φορά να βρει και ολόκληρο τον εαυτό του και να ταυτιστεί απολύτως.
Προσέξτε όμως: μπορεί και να βρει την αντίθεσή του με αυτό που γράφεται μέσα σε ένα βιβλίο. Αλλά και αυτό είναι διάλογος, και αυτό είναι πλούτος για το βιβλίο. Μπορεί να πει «όχι, εγώ δεν θα αντιδρούσα έτσι όπως ο ήρωας ή η ηρωίδα ή ο συγγραφέας, αν είναι βιογραφικό». Αλλά και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Με τις σκέψεις αυτές προχωρούσα την ανάγνωση του βιβλίου, μέχρι που έφτασα στα μισά, στη σελίδα 44. Είναι το πιο μικρό διήγημα —ας το πούμε έτσι. Θα ήθελα αυτό να μας το διαβάσει η ίδια η Ήρα και εγώ να συνεχίσω, και θα σας εξηγήσω γιατί.
Πριν από πολλά χρόνια, ο Γιάννης Ρίτσος είχε βγάλει απαγγελίες ποιημάτων του σε ένα CD. Πολλοί από εσάς θα το ξέρετε. Κάποιος τον είχε ρωτήσει: «Κύριε Ρίτσο, γιατί δεν δώσατε σε έναν ηθοποιό να διαβάσει τα ποιήματά σας; Δεν θα τα διάβαζε καλύτερα;» Προφανώς ένας ηθοποιός θα τα διάβαζε καλύτερα, αλλά ο ποιητής τα διαβάζει πιο σωστά.
Ήθελα λοιπόν να ακουστεί από την Ήρα αυτό και μετά εγώ συνεχίζω. Η Ήρα διάβασε το διήγημα «Ακέφαλη Βασίλισσα»
Όταν το πρωτοδιάβασα αυτό, μου ήρθε στο νου ένα ανάποδο παραμύθι. Παρότι η «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» δεν είναι παραμύθι, είναι λόγιο δημιούργημα του Λιούις Κάρολ. Εκεί υπάρχει μια βασίλισσα με κεφάλι — ένα κεφάλι που κυριαρχεί παντού, διατάζει, ορίζει, καθορίζει, απαγορεύει, επιτρέπει τα πάντα.
Εδώ έχουμε μια βασίλισσα που είναι μόνο σώμα. Λείπει το κεφάλι. Μου φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το ανάποδο παραμύθι. Είδα όμως και πώς το ολοκληρώνει: εκεί που ήταν «η βασίλισσα», ξαφνικά γίνεται «ήταν η βασίλισσα». Άρα εδώ έχουμε σύμβολο. Σύμβολο τι; Τη γυναίκα.
Σκέφτηκα: η Ήρα γράφει εδώ για τις γυναίκες; Είναι μια γυναικεία φωνή; Δεν θα ήθελα να το πω έτσι. Δεν μου αρέσει να μοιράζουμε τους ρόλους. Ο άνθρωπος είναι που καταπιέζεται, ο άνθρωπος είναι που έχει προβλήματα.
Προχώρησα λοιπόν παρακάτω. Υπάρχει ένα διήγημα που με προβλημάτισε: τελικά μιλάει μόνο για τον εαυτό της ή για όλους; Εγώ θα πω: για όλους.
Στο διήγημα «Η φοιτήτρια», αναφέρεται σε κάποια χρόνια στο Παρίσι και σε μια παρέα γύρω της. Όλοι αυτοί ήταν ξεχωριστοί, ακραίοι στις συμπεριφορές τους, με ελευθερία —ή και ελευθεριότητα— πολύ ενδιαφέροντες τύποι, επαναστατικοί.
Αναρωτήθηκα: τι έγιναν αυτοί οι άνθρωποι; Το απαντά η ίδια: «Είκοσι χρόνια μετά, όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν σταθερούς καλούς μισθούς, οικογένειες και ένα σωρό υποχρεώσεις…»
Να λοιπόν που μιλάει για όλους. Αυτοί που κάποτε ήταν σύμβολα επαναστατικότητας, μετά από 20 χρόνια έγιναν ψηφίδες μέσα στη γενική εικόνα.
Και λέει: «Ενώ εγώ ακόμη φωνάζω την αλήθεια μου».
Εδώ μέσα υπάρχει ένα υπερμέγεθες «εγώ». Όχι ότι είναι κακό. Εμένα μου αρέσει το θάρρος στη λογοτεχνία. Γράφω εγώ, είμαι εγώ, λέω για μένα.
Τι κάνει αυτό το «εγώ»; Παραμένει όπως ήταν. Δεν έχει μπει μέσα στην τοιχογραφία.
Και έρχομαι στο τελευταίο διήγημα, «Το κενό». Εκεί ο ήρωας είναι ο Αιγεύς. Θα σας διαβάσω την τελευταία παράγραφο:
«Ο Αιγεύς έκλεισε το ένα παντζούρι, όπως έκανε κάθε βράδυ. Έπειτα έκλεισε και το άλλο. Βγήκε στο μπαλκόνι. Κοίταξε το φεγγάρι που ήταν ολόγιομο. Δεν υπήρχαν σύννεφα. Πρόσεξε για μια ακόμη φορά τις κεραίες στην απέναντι πολυκατοικία. Ύστερα πήδηξε στο κενό.»
Μου έφερε στο νου κάτι: τη θεωρία του παραλόγου, το «Μύθο του Σισύφου» του Αλμπέρ Καμί. Εκεί που λέει ότι όταν δεν μπορείς να μπεις μέσα σε αυτή τη σύμβαση που λέγεται κόσμος και κοινωνία, τι κάνεις; Παίρνεις ένα πιστόλι και τινάζεις το μυαλό σου στον αέρα. Και λέω: ναι, ή αν είσαι ο Αιγεύς, ανοίγεις την μπαλκονόπορτα και πηδάς στο κενό.
Υπάρχει όμως και μια άλλη εκδοχή: γράφεις το βιβλίο.
Κατερίνα Δουρίδα
Την Ήρα τη γνώρισα πολλά χρόνια πριν, όταν ξεκινούσαμε τις σπουδές της στην Ιστορία της Τέχνης. Χαθήκαμε κάπου πριν ή μετά το πτυχίο και ξανασυνδεθήκαμε σχετικά πρόσφατα. Πολλά χρόνια πέρασαν ενδιάμεσα. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που ξεχνάς κι έτσι όταν διάβασα την Ακέφαλη βασίλισσα, το δέκατο; βιβλίο της δεν μπορούσα να είμαι αντικειμενική, όχι ότι θα το αντιμετώπιζα ευνοϊκά σώνει και καλά, αλλά την ήξερα. Ήξερα δηλαδή τη συγγραφέα, κάτι που εμένα με επηρεάζει, γιατί την αναγνωρίζω πίσω από τις λέξεις και τις περιγραφές, αναγνωρίζω τα βιώματά της, τη ματιά της, την τόλμη της, τον τσαμπουκά της. Δεν ξέρω αν αυτό είναι πλεονέκτημα ή μειονέκτημα για τον αναγνώστη, προσπάθησα να το ξεχάσω και να αποστασιοποιηθώ. Δεν ξέρω αν το πέτυχα. Σε τελική ανάλυση, δε με νοιάζει. Το βιβλίο με παρέσυρε, η γλώσσα του με ενθουσίασε. Όταν η Ήρα μου ζήτησε να συμμετέχω στην παρουσίαση του βιβλίου δέχτηκα με χαρά και μια μικρή επιφύλαξη: όταν μιλάω για το βιβλίο δεν είμαι σίγουρη ότι διαχωρίζω τη συγγραφέα από τις ηρωίδες της.
Αυτό που βλέπω λοιπόν σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων είναι μια περιπλάνηση στον κόσμο. Η περιπλάνηση είναι ίσως ανάλαφρη λέξη για να περιγράψει μια διαδρομή όταν η αφετηρία είναι μια έντονη ανάγκη για κατανόηση του κόσμου, ο οποίος δεν είναι κάτι αφηρημένο κι αμετάβλητο, αλλά είναι οι άνθρωποι και οι σχέσεις τους. Η συγγραφέας ξεκινάει ένα ταξίδι με άπληστη περιέργεια, χωρίς βιασύνη, χωρίς φόβο, με αδυσώπητη παρατηρητικότητα. Ο κόσμος λοιπόν που συναντά είναι αντιφατικός: άγριος και άδικος και όμορφος. Ολόκληρος μια παρεξήγηση. Και με τι έρχεται σ’ επαφή; Τι καταγράφει; Καταπίεση, κατάχρηση εξουσίας, μοναξιά, φόβο και υποκρισία, ανελευθερία και αδιέξοδα κάθε είδους, αλλά και, από την άλλη πλευρά, φαντασία και δημιουργικότητα και ομορφιά, τρυφερότητα, συντροφικότητα, δόσιμο και αγάπη. Και δεν αποστρέφει το βλέμμα, τα βιώνει και κάνει τις επιλογές της, έχοντας ως δική της διέξοδο την καταφυγή στη φύση και στην τέχνη.
Και όσο διαρκεί αυτή η εξερεύνηση, φτιάχνει τον εαυτό της. Γιατί ούτε αυτός είναι κάτι στατικό που απλώς περιμένει να το βρεις, να το αναγνωρίσεις και να το αδράξεις. Είναι εκείνο που διαμορφώνεται από όσα απορρίπτεις και όσα αποδέχεσαι. Είναι αυτό που μένει μετά από αδιάκοπες συγκρούσεις, απώλειες και απουσίες, ανεκπλήρωτες επιθυμίες και απραγματοποίητα όνειρα, επιτυχίες και αποτυχίες, τις αναπάντεχες αντιδράσεις των άλλων.
Και αφού δημιουργήσει τον εαυτό της, ο επόμενος στόχος είναι ο τρόπος που θα τον εντάξεις σε αυτόν τον κόσμο, ο τρόπος που θα ζήσεις. Για τη συγγραφέα είναι η ελευθερία, που συνοψίζεται στη νίκη ενάντια στην ανάγκη να είσαι αποδεκτός από τους άλλους. Όλους τους άλλους, τους γονείς, τους φίλους, τους εραστές, τους εργοδότες, τους συνεργάτες. Και στο να λες αυτό που σκέφτεσαι, αυτό που θες, να κάνεις αισθητή την παρουσία σου με αυτό που θεωρείς εσύ αληθινό. Και στο να κάνεις επιλογές. Όλα με κόστος. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι μια γλώσσα χωρίς καλλωπισμούς, καθαρή, ειλικρινής,
άμεση, σκληρή κάποιες φορές, τρυφερή κάποιες άλλες, χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς. Και ενώ ωθεί τον αναγνώστη να αμύνεται, γιατί αντιμετωπίζει κάτι οικείο που όμως τον πληγώνει, να νιώθει ότι κάποιος άλλος βγάζει το φίδι από την τρύπα λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους, η Ήρα κάνει κάτι ταχυδακτυλουργικό και σε παρασύρει να αφεθείς θες δεν θες.
Στο διήγημα «Η Γκαλερί», διαβάζουμε για την κακοποιητική σχέση των δυο υπαλλήλων της γκαλερί με τον ιδιοκτήτη της και ενώ αρχίζεις να συμπάσχεις μαζί τους, ξαφνικά γράφει: «Τους παρακολουθούσα πάντα από τη διπλανή καφετέρια, πίσω από τις ζαρντινιέρες με τα φυτά που είχαν οι μαγαζάτορες για διαχωριστικά», και η οπτική γωνία αλλάζει δημιουργώντας την αναγκαία απόσταση, το συναίσθημα μεταβάλλεται, οι ηρωίδες μένουν μόνες και εκτεθειμένες στις επιλογές τους.
Θα σταματήσω εδώ και θα δώσω τον λόγο στην Ήρα. Θα ήθελα να διαβάσει ένα απόσπασμα από το αγαπημένο μου διήγημα της συλλογής.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οσελότος.
Στο παρακάτω link μπορείτε να παρακολουθήσετε το βίντεο της παρουσίασης.
Το παρόν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία & απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς προηγούμενη έγκριση.

Αφήστε ένα σχόλιο