Κάθε βιβλίο πέρα από την ιστορία που περιέχει και είναι ορατή στον οποιονδήποτε αναγνώστη, κουβαλάει και μια άλλη: αόρατη και άγνωστη. Είναι η διαδρομή που ξεκινά από τη στιγμή της σύλληψης μιας ιδέας μέχρι την ημέρα της έκδοσης.
Κάποιοι αναγνώστες σίγουρα υποψιάζονται την ύπαρξή της, ωστόσο δεν τη γνωρίζουν και τελικά αδιαφορούν καθώς βυθίζονται στο διάβασμα. Για τον συγγραφέα όμως, αυτή η περίοδος είναι καθοριστική, γιατί αποκτά εκείνο το δημιουργικό δέσιμο με το βιβλίο του. Βιώνει τη ζωή σε δυο κόσμους ταυτόχρονα: εκείνον της πραγματικότητας, όπου ζούμε όλοι, και εκείνον της φαντασίας του, όπου ζει αποκλειστικά αυτός με τους ήρωες και τις ηρωίδες του. Τρόπον τινά, η περίοδος της συγγραφής θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια μυστικιστική εμπειρία, όπου ο μύστης-συγγραφέας ταξιδεύει μεταξύ του αόρατου και ορατού κόσμου.
Ταυτοχρόνως, βιώνει τόσο τα πραγματικά γεγονότα της τρέχουσας ζωής όσο κι εκείνα τα άρρητα κι αόρατα που δημιουργεί το μυαλό του, τα οποία πάλλονται, πιστέψτε με, από την ίδια ένταση της πραγματικής ζωής.
Θυμάμαι ακόμα, νεαρός ηλικιακά, όταν έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα, μια ρεαλιστική ιστορία που διαδραματιζόταν σε πραγματικό χώρο και χρόνο, όπου γράφοντας για τον θάνατο ενός παιδιού ήθελα να περιγράψω τον πόνο και τη θλίψη των συγγενών και του φιλικού κύκλου τους, οπότε έπρεπε να καταδυθώ σε συναισθήματα και μύχιες σκέψεις που μου ήταν άγνωστα, αλλά τα βίωσα σαν να συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Η θλίψη που ένιωσα και ο πόνος της απώλειας που αισθάνθηκα, καθώς περιέγραφα τα φανταστικά γεγονότα, ήταν τέτοια που αρρώστησα για μια εβδομάδα και με οδήγησαν να αποφασίσω ότι δεν θα ασχοληθώ ξανά με δραματικά θέματα και με ρεαλιστικές ιστορίες. Και πραγματικά γράφοντας μόνο βιβλία φαντασίας και ιστορίας, παρ’ όλο που και σε αυτές υπάρχουν θάνατοι, η ένταση και η αίσθηση που εκλαμβάνω είναι εντελώς διαφορετική. Εν πάση περιπτώσει το συγκεκριμένο βιβλίο παρότι ολοκληρώθηκε δεν το ξαναέπιασα, δεν προσπάθησα να το διορθώσω και να το επιμεληθώ, ούτε έκανα κάποια προσπάθεια να το εκδώσω, γιατί δεν ήθελα να επιβάλλω στον εαυτό μου ξανά το μαρτύριο της θλίψης και του πόνου.
Τέτοιες ανάλογες ιστορίες θεωρώ ότι έχουν να σας πούνε όλοι οι συγγραφείς, να ξεδιπλώσουν από μέσα τους την κάθε ιδιαίτερη ιστορία συγγραφής των βιβλίων τους, όπως για παράδειγμα αυτή που θέλω να σας αφηγηθώ για το τελευταίο μου βιβλίο, το «Η Ελένη της Αιτωλίας».
Η ιδέα προήλθε από τη σκέψη ότι ήθελα να γράψω ένα διαφορετικό ιστορικό μυθιστόρημα όπου ο ήρωας δεν θα ήταν κλασικά ένας άνδρας, ιστορικό ή φανταστικό πρόσωπο μέσα στα πλαίσια ενός ιστορικού γεγονότος, αλλά κάποια γυναίκα. Γιατί -σε αντίθεση με όσα πιστεύουμε οι άνδρες- θεωρώ ότι και οι γυναίκες έχουν μέσα τους τόσο τον ηρωισμό όσο και αυτό που ονομάζουμε μονόπλευρα «ανδρεία». Ω ναι και υπάρχουν χιλιάδες ιστορικά παραδείγματα που το αποδεικνύουν, ωστόσο λόγω του ότι οι ιστορικές αφηγήσεις έχουν σκοπό να ταυτιστούν με τον ακροατή, αυτές που φτάνουν στα αυτιά μας είναι εκείνες που αναφέρονται σε άνδρες και τα «ανδραγαθήματά» τους κι όχι εκείνες που μιλούν για ανάλογες πράξεις γυναικών, καθώς η ανδρική οπτική θέλει τις γυναίκες ευαίσθητες, αδύναμες και λιγότερο γενναίες, κάτι που ισχύει μονάχα υπό συγκεκριμένες συνθήκες και υπό συγκεκριμένους κοινωνικούς κανόνες που έχουν επιβληθεί σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Ναι, είναι γελοία και ανεκδιήγητη, η υπερβολή από τη κινηματογραφική βιομηχανία του Χόλυγουντ να παρουσιάζει μικροκαμωμένες γυναίκες να δέρνουν δίμετρους άνδρες σε σημερινές ταινίες δράσης, που και μόνο που τους βλέπεις σαν όγκο σε πιάνει σύγκρυο.
Ωστόσο πέρα από αυτή την κινηματογραφική υπερβολή η πραγματικότητα είναι εκεί και δεν αλλάζει. Ιστορικά η γενναιότητα των γυναικών είναι καταγεγραμμένη και δεν αμφισβητείται. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ή να αμφισβητήσει ότι μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, σε κάθε εποχή, οι γυναίκες αντιμετώπισαν λύκους, αρκούδες, λιοντάρια και άλλα άγρια θηρία, όταν αυτά κυκλοφορούσαν δίπλα μας; Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι πολλές γυναίκες αντιμετώπισαν εισβολείς και επιδρομείς στα χωριά και στις πόλεις τους, άνδρες που επέδραμαν για πλιάτσικο και λαφυραγωγία, για να βιάσουν ή και να τις απαγάγουν; Τόσο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης όσο και της προστασίας των αγαπημένων προσώπων είναι το ίδιο υψηλό και ισχυρό στις γυναίκες όσο και στους άνδρες, πολύ περισσότερο δε όταν αυτό συνδέεται με τη μητρική αγάπη. Είναι βέβαιο ότι μητέρες πολέμησαν λυσσαλέα άνδρες για να προστατεύσουν τα παιδιά τους και σίγουρα πάρα πολλές δεν κατάφεραν κάποιο αίσιο αποτέλεσμα, επειδή δεν ήταν εκπαιδευμένες ή δεν είχαν τη σωματική ρώμη. Ωστόσο αποκλείεται να μην έδειξαν τόλμη και θάρρος και να μην έπεσαν μαχόμενες. Οπότε η γενναιότητα για μένα δεν είναι ένα αποκλειστικά ανδρικό χαρακτηριστικό και ήθελα να το γράψω μέσω μιας πραγματικής ιστορίας.
Έτσι το 2010 άρχισα να αναζητώ στην αρχαία ελληνική ιστορία γυναίκες που απέδειξαν το θάρρος τους. Υπήρχαν αρκετές, αλλά σίγουρα υπήρχαν περισσότερες, των οποίων οι ιστορίες όμως, χάθηκαν στη λήθη του χρόνου ή σβήστηκαν σιγά εξαιτίας της πατριαρχικής οπτικής που επικράτησε μετά από ορισμένες ιστορικές εποχές. Το να αρνούμαστε οι άνδρες την ύπαρξη αυτής της πατριαρχικής οπτικής είναι σαν να αρνούμαστε ότι υπάρχει ήλιος. Βέβαια δεν αναφέρομαι στη διαστρεβλωμένη εικόνα που παρουσιάζουν οι φανατικές φεμινίστριες, αλλά στην αληθινή, που την έχουμε βιώσει οι περισσότεροι, αν όχι όλοι μας.
Και πράγματι βρήκα μια λαμπρή και ενδεικτική σελίδα της Ιστορίας όπου αναφέρεται από τους αρχαίους ότι οι γυναίκες πήραν τα όπλα εναντίον των εισβολέων και κατάφεραν να τους νικήσουν.
Ωστόσο εκείνο που βρήκα ήταν μονάχα μια πρόταση στο «Ελλάδος Περιήγησις» του Παυσανία. Όπου ο Παυσανίας αναφερόμενος για την εισβολή των Γαλατών στην Ελλάδα, ενώ αναφέρει με αρκετές λεπτομέρειες αριθμούς των στρατών, ονόματα στρατηγών, ακόμα και απλών πολιτών που έπεσαν στη μάχη, το μόνο που γράφει για τις γυναίκες είναι ότι πήραν τα όπλα μετά τα έκτροπα στην καταστροφή της πόλης Κάλλιον. Κι όμως οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως νομίσματα που έκοψαν οι αρχαίοι Αιτωλοί για να τιμήσουν τις γυναίκες που έλαβαν μέρος στις μάχες. Νομίσματα που φέρνουν από τη μια πλευρά γυναικεία πρόσωπα και από την άλλη γυναικείες μορφές πολεμιστριών που κάθονται σε γαλατικές ασπίδες. Αυτό για εμένα σήμαινε ότι οι γυναίκες που έλαβαν μέρος στις μάχες δεν ήταν απλά μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες, αλλά χιλιάδες. Διαφορετικά δεν θα είχε νόημα να τιμήσουν εκατό ή διακόσιες γυναίκες που πήραν τα όπλα και ακολούθησαν τους άνδρες στις μάχες. Όχι, η τιμή οφειλόταν στο ότι ήταν χιλιάδες και στην ουσία, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, επειδή δεν υπήρχαν άνδρες να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς πολέμησαν αυτές και τελικά νίκησαν. Για να υποστηρίξω τη θεωρία μου και να επιβεβαιώσω τις σκέψεις μου διάβασα κι άλλους αρχαίους συγγραφείς, οι οποίοι όμως δεν δίνουν καθόλου ξεκάθαρα την εικόνα των όσων είχαν συμβεί.
Λόγω των προσωπικών αλλά και των συλλογικών προβλημάτων που προκάλεσε η οικονομική κρίση του 2011, το γράψιμο του βιβλίου καθυστέρησε και η έρευνα πήγε πίσω. Ωστόσο παρ’ όλο που περνούσαν τα χρόνια θεωρούσα ότι αυτή η ιστορία έπρεπε να ειπωθεί και οι ηρωίδες που έπλασα στο μυαλό μου δεν με άφηναν να ησυχάσω. Κατά περιόδους ξανάρχιζα το γράψιμο, αλλά πάντα υπήρχαν διάφοροι λόγοι που με εμπόδιζαν να ολοκληρώσω το βιβλίο. Τελικά το κατάφερα μετά από σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια και νομίζοντας ότι έχω τελειώσει την έρευνα. Μια έρευνα που -πιστέψτε με- ήταν σπάσιμο νεύρων, καθώς ενώ για παράδειγμα είχα βρει ότι υπήρχε στα ορεινά μια πόλη η οποία ονομαζόταν Οιχαλία και τη χρησιμοποίησα στο βιβλίο, δεν έβρισκα καμία άλλη πληροφορία γι’ αυτήν με αποτέλεσμα όταν βρήκα κάποια στιγμή ότι υπάρχει Οιχαλία στην Καρδίτσα, να θεωρήσω ότι μάλλον επρόκειτο για παραπληροφόρηση και να την αλλάξω, μέχρι που τελικά μια μέρα πριν στείλω το βιβλίο για έκδοση, ειλικρινά, βρήκα έναν σύγχρονο επιστημονικό χάρτη με αρχαίες πόλεις και οικισμούς και ανακάλυψα ότι η αρχική πληροφορία ήταν αληθινή, με αποτέλεσμα να ξαναλλάξω το όνομα. Το άλλο πρόβλημα ήταν ότι αλλού πιστεύουν οι ντόπιοι ότι βρίσκεται η Κάλλιον κι αλλού οι αρχαιολόγοι, και τα δυο σημεία όμως αναφέρονται ως αρχαιολογικοί τόποι. Το ίδιο συμβαίνει και για το μέρος που υποθέτουν σήμερα ότι είχε γίνει η μάχη.
Για να μην πολυλογώ, το βιβλίο ήταν για μένα μια δύσκολη περιπέτεια, γιατί έπρεπε να ενώσω όχι μόνο τις ελάχιστες πληροφορίες για το τι είχε συμβεί, να συμπληρώσω και να ανασυνθέσω στην ουσία κάποιες φανταστικές διηγήσεις, αλλά και να ξεδιαλύνω στο σήμερα τα όσα λανθασμένα στοιχεία έχουν επιβληθεί για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους. Ωστόσο όλη αυτή η πολύχρονη και δύσκολη περίοδος -η άγνωστη ιστορία που συνδέει το βιβλίο με εμένα- άφησε ένα μεγάλο θετικό αποτύπωμα: την αγάπη των αναγνωστών, καθώς οι περισσότεροι έχουν να πούνε μόνο καλά λόγια. Άλλωστε αυτό που μετράει για τους συγγραφείς τελικά δεν είναι η φήμη, τα χρήματα και η αναγνωρισιμότητα, αλλά όταν θα τους πλησιάσει ένας άγνωστος και θα τους πει με εμφανή χαρά ότι λάτρεψε το βιβλίο τους…
Το παρόν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία & απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς προηγούμενη έγκριση.

Αφήστε ένα σχόλιο