Την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου στη Λέσχη Ανάγνωσης Αγίας Παρασκευής ήταν καλεσμένη η Ζωή Μπέλλα-Αρμάου για να συζητήσουμε για το βιβλίο που μετέφρασε πρόσφατα της Claudia Durastanti Η Ξένη. Πραγματοποιήθηκε μία πολύ ωραία συζήτηση, τα θέματα που τέθηκαν προς συζήτηση από τα μέλη ήταν πολύ ενδιαφέροντα και για ακόμα μία φορά απολαύσαμε την εμπειρία της ανάγνωσης.
Παρακάτω παραθέτω λίγα λόγια από την εισαγωγή της Διώνης Δημητριάδου, μία εκ των δύο συντονιστριών της λέσχης.
Τέθηκε από μέλος της λέσχης πώς δημιουργήθηκε η σειρά ALDINA των εκδόσεων Gutenberg.
Από Διώνη Δημητριάδου:
«Για τις εκδόσεις Gutenberg τη σειρά δημιούργησε και σχεδίασε ο Δημήτρης Aρμάος ο οποίο δυστυχώς δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει. Την συνέχισε η σύντροφός του Ζωή Μπέλλα Αρμάου με τον καλύτερο τρόπο. To λογότυπο είναι εμπνευσμένο από τον τυπογράφο ουμανιστή Aldus Pius Manutius».
Η Διώνη τόνισε ότι πάντα το περιεχόμενο του βιβλίου είναι αυτό που μας ενδιαφέρει στη λέσχη όμως δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία και στην αισθητική του βιβλίου και το εξώφυλλο.
Και συνέχισε:
«Η Ζωή Μπέλλα – Αρμάου είναι υπεύθυνη των εκδόσεων Αldina, είναι κλασική φιλόλογος με σπουδές στην Ελλάδα και στην Ιταλία, ήταν πολλά χρόνια στην εκπαίδευση , έχει ειδίκευση στη διδακτική της λογοτεχνίας, έχει εργαστεί στο παιδαγωγικό ινστιτούτο, έχει συγγράψει μαθητικά βιβλία και είναι μεταφράστρια.
Το βιβλίο της Claudia Durastanti είναι μια αυτομυθοπλασία , δεν έχουμε δώσει ιδιαίτερη σημασία για το που τελειώνει η αλήθεια και που αρχίζει το ψέμα, καθώς η μνήμη παίζει πολλά παιχνίδια και όταν προσπαθούμε να αποδώσουμε κάτι που θυμόμαστε ηθελημένα ή όχι μπορούμε να δώσουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που ήταν η αλήθεια. Και επιτέλους ποια είναι η αλήθεια;
Πρόκειται για ένα βιβλίο ενηλικίωσης, με το κορίτσι και τον αδελφό της που ζουν σε μια δυσλειτουργική οικογένεια με δύο κωφούς γονείς. Mας δείχνει, τουλάχιστον με τη δική μου οπτική, πως αυτό το παιδί στρέφεται προς τους γονείς της πριν τη γέννησή της και σιγά σιγά προχωράει για να σταθεί στον εαυτό της. Η γραφή της σιγά σιγά ενηλικιώνεται, περνάει από τους γονείς και μετά στην ίδια. Κατορθώνει να μιλήσει για ένα τραυματικό βίωμα, διότι ζει την ξενότητα από την μικρή της ηλικία και μετά με τις αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις. Αυτό κατορθώνει να το δώσει με δύο τρόπους από τη μία ως εσωτερικό βίωμα όμως δεν καταδύεται στο βάθος των συναισθημάτων της. Είναι μια συγγραφέας παρατηρητής. Διάβασα μία γυναίκα συγγραφέα που βγαίνει έξω από τον εαυτό της, παρατηρεί και γράφει με ψυχραιμία, και πουθενά αυτό το βιβλίο δεν δακρύζει, δεν κλαίει. Η ξενότητα είναι μια έννοια που την προσδιορίζουμε πάντα με κάτι σταθερό, δηλαδή κάτι που θεωρούμε οικείο και η απομάκρυνση από αυτό συνιστά την ξενότητα. Το θέμα που απασχολεί το βιβλίο είναι αυτή η ξενότητα πώς τη βιώνει και μετά πως τη γράφει».
Η Ζωή Μπέλλα μεταξύ πολλών άλλων θεμάτων που συζητήσαμε, (που θεωρώ αυτονόητο ότι καταλαβαίνετε δεν μπορώ να τα γράψω όλα εδώ καθώς ήταν μια συζήτηση τουλάχιστον δύο ωρών), μας είπε ότι ήταν ένα αρκετά δύσκολο βιβλίο στη μετάφραση και ότι σε μερικά σημεία ακόμα και τώρα της έρχονται άλλες ιδέες που θα μπορούσε να μεταφέρει τη σκέψη της συγγραφέως στη γλώσσα μας.
«Υπάρχει μια αταξία στη γραφή της με προδρομές και αναδρομές που ενδεχομένως αναγνωστικά να κουράζει.
Η Claudia Durastanti κάνει άμεσες και έμμεσες παρατηρήσεις τονίζει ότι πρώτα είναι σκληρή με τον εαυτό της και μετά με τον αναγνώστη/στρια. Αυτή η σκληρότητα οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μεγάλωσε εύκολα. Χρειάστηκε να κάνει τρομακτικές αντιστάσεις στη ζωή της για να καταφέρει να σταθεί στα πόδια της. Επισήμανε ότι η γραφή της έχει μια σκληρότητα και έναν αυτοσαρκασμό όπου και η ίδια το παραδέχεται. Οι γονείς της, υπήρξαν αλλοπρόσαλλοι, περιθωριακοί, και αυτό φαίνεται από την αρχή από την πρώτη της διήγηση για το πως γνωρίστηκαν οι γονείς της.
Οπότε ο αναγνώστης όταν ξεκινήσει την ανάγνωση δεν θα περιμένει να διαβάσει ένα βιβλίο κλασικής αφήγησης, το βιβλίο αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο, είναι ένα ανάστατο παζλ που καλείσαι συνεχώς να βρεις τα κομμάτια για να τα τοποθετήσεις και πάλι τα χάνεις. Αυτό όμως είναι και η γοητεία του βιβλίου.
Κάθε βιβλίο αυτομυθοπλασίας είναι και βιβλίο αυτογνωσίας. Σιγά – σιγά γράφοντας ενηλικιώνεται και η ίδια».
Το λόγο πήρε η Δήμητρα Καραχάλιου, μία εκ των συντονιστριών της λέσχη αναφέροντας «ότι ο σκοπός της λέσχης είναι, να βρισκόμαστε, να κουβεντιάζουμε, να εμπλουτίζουμε την ανάγνωσή μας, και να φεύγουμε πνευματικά γεμάτοι και τελικά αυτό είναι που κρατάει τη λέσχη 10 χρόνια τώρα, να ακούμε τη γνώμη του άλλου αναγνώστη και να μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας».
Φυσικά, όλα τα υπόλοιπα που συζητήθηκαν μπορείτε να τα μάθετε διαβάζοντας το βιβλίο Η Ξένη της Claudia Durastanti που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg.
Το παρόν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία & απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς προηγούμενη έγκριση.

Αφήστε ένα σχόλιο